Συλλογή Λοβέρδου – Loverdos collection

ΔΕΙΤΕ ΚΙ’ΑΛΛΑ ΕΡΓΑ ΕΔΩ

Εικόνες Συλλογής Δ. Λοβέρδου

O εικόνες ανήκουν στη συλλογή του Διονυσίου Π. Λοβέρδου (1878-1934), τραπεζίτη καταγόμενου από την Κεφαλονιά. Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες και αξιολογότερες συλλογές έργων μεταβυζαντινής θρησκευτικής τέχνης στην Ελλάδα. Πυρήνα της αποτέλεσαν οι 200 εικόνες της συλλογής του φιλολόγου Αλεξίου Κολυβά (1848-1915). Μετά το θάνατο του Κολυβά η συλλογή αγοράστηκε από τον Λοβέρδο, o oποίος, επιδεικνύοντας ζήλο και διαθέτοντας σημαντικά ποσά, την εμπλούτισε και τη στέγασε στη μεγαλοπρεπή κατοικία του στην οδό Μαυρομιχάλη 6, στην Αθήνα.

Tο 1979 το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο ανέλαβε, κατόπιν επιθυμίας των θυγατέρων του Δ. Λοβέρδου, τη συντήρηση και φύλαξη μεγάλου μέρους της συλλογής. H μεταφορά και παράδοση των έργων έγινε από την κ. Ιωάννα Λοβέρδου-Βασιλειάδη, εντολοδόχο και των άλλων κληρονόμων του πατέρα της. Στο Μουσείο παραδόθηκαν 470 εικόνες και ένα ξυλόγλυπτο τέμπλο. Mε τη συγκατάθεση της κ. Λοβέρδου-Βασιλειάδη, τα περισσότερα από τα έργα αυτά συντηρήθηκαν στα εργαστήρια του Μουσείου και παρουσιάστηκαν τον Φεβρουάριο του 1980 σε ιδιαίτερο διώροφο κτίριο στον περιβάλλοντα χώρο του. Λόγω των εργασιών επέκτασης η πολύτιμη αυτή συλλογή φυλάσσεται σήμερα στις αποθήκες του Μουσείου, ενώ πρόκειται να επανεκτεθεί σύντομα.

Οι εικόνες αποτελούν αξιόλογα δείγματα της κρητικής και επτανησιακής ζωγραφικής της περιόδου από τον 15ο έως και τον 19ο αιώνα, ενώ αρκετές από αυτές είναι έργα επώνυμων ζωγράφων. Πιστοποιούν την επιβίωση της βυζαντινής τέχνης στους αιώνες που ακολούθησαν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και μαρτυρούν τη θρησκευτική καλλιτεχνική δημιουργία αυτής της περιόδου. Νέοι εικονογραφικοί τύποι, θέματα εμπνευσμένα από τη Δυτική εικονογραφία, καθώς και συνθέσεις προσηλωμένες στην αυστηρή βυζαντινή παράδοση τονίζουν την ιδιαίτερη σημασία αυτής της συλλογής, προσφέροντας την ευκαιρία στον επισκέπτη να εμπλουτίσει τις γνώσεις του για τη μεταβυζαντινή ζωγραφική.

Δώδεκα εικόνες από τη Συλλογή Λοβέρδου
Γέννηση, Σταύρωση, Ανάσταση

Oι δώδεκα εικόνες της Συλλογής που επελέγησαν για τη Δράση «diARTgnosis» αποτελούν αξιόλογα δείγματα της κρητικής και επτανησιακής ζωγραφικής της περιόδου από τον 15ο έως και τον 19ο αιώνα. Ορισμένα από αυτά είναι έργα επώνυμων ζωγράφων, όπως του Εμμανουήλ Τζάνε (Λ 453), του Θεοδώρου Πουλάκη (Λ 360) και του Νικολάου Καλλέργη (Λ 404). Πιστοποιούν την επιβίωση της βυζαντινής τέχνης στους αιώνες που ακολούθησαν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και μαρτυρούν τη θρησκευτική καλλιτεχνική δημιουργία αυτής της περιόδου.

Είναι γεγονός ότι μετά την Άλωση η παραγωγή εικόνων εξακολουθεί να κατέχει σημαντική θέση στη θρησκευτική τέχνη των Ορθόδοξων πληθυσμών, γνωρίζοντας ιδιαίτερη άνθηση στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Tα πρότυπα της εποχής των Παλαιολόγων, συνδυασμένα με στοιχεία από τη Δυτική τέχνη, καθώς και Δυτικά θέματα αναπλάθονται από επιδέξιους ζωγράφους, θέτοντας έτσι τις βάσεις της κρητικής ζωγραφικής. Από αυτό ακριβώς το καλλιτεχνικό περιβάλλον προέρχεται η πιο παλιά εικόνα από τις δώδεκα που επιλέχθηκαν για της Δράση, η Γέννηση του Χριστού (Λ 217), που χρονολογείται στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα και παραπέμπει σε παλαιολόγεια πρότυπα, με κάποιες χαλαρές επιδράσεις από τη Δυτική ζωγραφική. Έναν αιώνα μετά χρονολογείται μια άλλη κρητική εικόνα, ο Χριστός «Ίδε ο Άνθρωπος» (Λ 452). Tο θέμα, ασυνήθιστο στη βυζαντινή εικονογραφία, απαντά στη μεταβυζαντινή τέχνη κυρίως σε κρητικές και επτανησιακές εικόνες Κρητικών ζωγράφων. Δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση στοιχείων του βυζαντινού τύπου της Άκρας Ταπείνωσης και του δυτικού «Ecce Homo». Tην ίδια περίπου εποχή χρονολογείται και η κρητική εικόνα με θέμα την Εις Άδου κάθοδο (Λ 317). H εικονογραφία της παράστασης ακολουθεί σε γενικές γραμμές την τυπική μεσοβυζαντινή Ανάσταση, που εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και την εποχή των Παλαιολόγων χωρίς να διανθίζεται με Δυτικά στοιχεία. Τον αυστηρό βυζαντινό τύπο ακολουθεί και η λιτή εικόνα της Σταύρωσης που χρονολογείται στα τέλη του 16ου αιώνα (Λ 518). Αντίθετα, η άλλη εικόνα της Σταύρωσης (Λ 532), που χρονολογείται λίγο αργότερα, στις αρχές του 17ου αιώνα, φέρει έντονα στοιχεία από τη Δυτική τέχνη, καθώς η σύνθεση ακολουθεί ιταλικά πρότυπα του 14ου αιώνα που διείσδυσαν στην εικονογραφική παράδοση της βενετοκρατούμενης Κρήτης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ευχέρειας των Κρητικών ζωγράφων να αποδίδουν θέματα εμπνευσμένα από τη Δυτική εικονογραφία αποτελεί η εικόνα της Πιετά (Λ 517) που χρονολογείται την ίδια περίπου εποχή, στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα.

Το ευνοϊκό κλίμα που είχε διαμορφωθεί στην Κρήτη διακόπτεται μετά την κατάληψή της από τους Τούρκους το 1669. Πολλοί ζωγράφοι εγκαταλείπουν τότε το νησί και καταφεύγουν στα Επτάνησα, όπου εξακολουθούν να εργάζονται και να παράγουν πληθώρα έργων. Από αυτόν τον καλλιτεχνικό κύκλο στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα προέρχονται δύο εικόνες, έργα επώνυμων ζωγράφων: η Προσκύνηση των Mάγων του Εμμανουήλ Τζάνε (Λ 453) και η τρίζωνη εικόνα του Θεοδώρου Πουλάκη (Λ 360). Και στα δύο αυτά έργα είναι έντονη η επίδραση στοιχείων της Δυτικής τέχνης και ιδιαιτέρως της φλαμανδικής χαλκογραφίας, που αποδίδονται όμως με τα μέσα της κρητικής ζωγραφικής.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε την εικόνα της Γέννησης (Λ 404) του 18ου αιώνα, έργο του Νικολάου Καλέργη. Πρόκειται για έναν από τους Επτανήσιους καλλιτέχνες που μαθήτευσαν πλάι στους παραπάνω Κρητικούς ζωγράφους και ανέλαβαν να συνεχίσουν το έργο τους στα τέλη του 17ου και το 18ο αιώνα.

Δεκαπέντε εικόνες από τη Συλλογή Δ. Λοβέρδου
Από την Κρήτη στα Επτάνησα

Στο πολιτικό, κοινωνικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον της βενετοκρατούμενης Κρήτης του 15ου και του 16ου αιώνα οφείλεται η μεγάλη άνθηση της τέχνης, που βασίζεται στη γόνιμη συνεύρεση της κωνσταντινουπολίτικης και της Δυτικής ζωγραφικής. Οι ζωγράφοι Άγγελος Ακοτάντος, Ανδρέας Ρίτζος, Νικόλαος Τζαφούρης κ.ά. είναι οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του 15ου αιώνα. Τον 16ο αιώνα κορυφώνεται η άνθηση αυτή, με σημαντικότερους εκπροσώπους τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, τον Μιχαήλ Δαμασκηνό και τον Γεώργιο Κλόντζα. Η κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669 είναι μία τομή. Οι ζωγράφοι εγκαταλείπουν την Κρήτη και καταφεύγουν στα βενετοκρατούμενα Επτάνησα. Ο Θεόδωρος Πουλάκης, ο Εμμανουήλ Τζάνες, ο Ηλίας Μόσκος κ.ά. είναι χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι του 17ου αιώνα. Οι ντόπιοι Επτανήσιοι καλλιτέχνες, όπως ο Κωνσταντίνος Κονταρίνης, ο Νικόλαος Καλέργης, ο Κωνσταντίνος Κόνταρης κ.ά. εμπνέονται από τους Κρήτες αλλά και από τα Δυτικά έργα, για να ολοκληρώσουν τον 18ο αιώνα, με τον Νικόλαο Δοξαρά, τη λεγόμενη Επτανησιακή Σχολή της ζωγραφικής.

Καλλιόπη-Φαίδρα Καλαφάτη
Επιμελήτρια έκθεσης

About G+D

ARTA GREECE
This entry was posted in ΣΥΛΛΟΓΕΣ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s